Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to typify
01
συμβολίζω, αντιπροσωπεύω
to stand as a symbol or emblem of something
Transitive: to typify a concept
Παραδείγματα
The vibrant colors of the artwork typify creativity and expression.
Τα ζωηρά χρώματα του έργου τέχνης συμβολίζουν τη δημιουργικότητα και την έκφραση.
02
συμβολίζω, αντιπροσωπεύω
to display the specifications related to a certain group
Transitive: to typify sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
typify
γ΄ ενικό πρόσωπο
typifies
ενεστώτα μετοχή
typifying
απλός αόριστος
typified
παθητική μετοχή
typified
Παραδείγματα
The ancient ruins typify the rich history and heritage of the region.
Τα αρχαία ερείπια παρουσιάζουν την πλούσια ιστορία και κληρονομιά της περιοχής.
Λεξικό Δέντρο
typify
type



























