Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mediocre
01
μετριόφρων, μέτριος
substandard or below average
Disapproving
Παραδείγματα
The candidate 's skills were mediocre, failing to meet the job requirements.
Οι δεξιότητες του υποψηφίου ήταν μέτριες, χωρίς να πληρούν τις απαιτήσεις της θέσης.



























