mediocre
me
ˌmi:
mi
diocr
ˈdiəʊk
diewk
e
ə
ē
medicare

Ορισμός και σημασία του "mediocre"στα αγγλικά

01

μετριόφρων, μέτριος

substandard or below average 
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mediocre
συγκριτικός βαθμός
more mediocre
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cake was mediocre, dry and almost inedible. 

Το κέικ ήταν μέτριο, στεγνό και σχεδόν άβρωτο.

02

μέτριος, συνηθισμένος

neither good nor bad, but rather ordinary in quality 
Παραδείγματα
The hotel room was mediocre, offering basic amenities but nothing special. 

Το δωμάτιο του ξενοδοχείου ήταν μετριότατο, προσέφερε βασικές παροχές αλλά τίποτα το ιδιαίτερο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store