meditative
me
ˈmɛ
me
di
di
ta
tive
tɪv
tiv
medicative

Ορισμός και σημασία του "meditative"στα αγγλικά

meditative
01

διαλογιστικός, χαλαρωτικός

able to help one feel calm, focused, and thoughtful 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most meditative
συγκριτικός βαθμός
more meditative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The meditative art of coloring helped reduce anxiety. 

Η διαλογιστική τέχνη του χρωματισμού βοήθησε στη μείωση του άγχους.

Λεξικό Δέντρο

meditatively
meditativeness
meditative
meditate
medit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store