Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
predominant
01
κυρίαρχος, επικρατών
having significant power and influence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most predominant
συγκριτικός βαθμός
more predominant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The predominant theme of the novel is the struggle for justice in a corrupt society.
Το κυρίαρχο θέμα του μυθιστορήματος είναι ο αγώνας για τη δικαιοσύνη σε μια διεφθαρμένη κοινωνία.
02
κυρίαρχος, επικρατών
most common or widespread within a particular context or group
Παραδείγματα
The predominant form of transportation in the city is bicycles.
Η κυρίαρχη μορφή μεταφοράς στην πόλη είναι τα ποδήλατα.
Λεξικό Δέντρο
predominant
dominant
domin



























