predominant
pre
pri:
πρη
do
ντα
mi
μα
nant
nənt
ναντ
/pɹɪdˈɒmɪnənt/

Ορισμός και σημασία του "predominant"στα αγγλικά

predominant
01

κυρίαρχος, επικρατών

having significant power and influence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most predominant
συγκριτικός βαθμός
more predominant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The predominant theme of the novel is the struggle for justice in a corrupt society.
Το κυρίαρχο θέμα του μυθιστορήματος είναι ο αγώνας για τη δικαιοσύνη σε μια διεφθαρμένη κοινωνία.
02

κυρίαρχος, επικρατών

most common or widespread within a particular context or group
Παραδείγματα
The predominant form of transportation in the city is bicycles.
Η κυρίαρχη μορφή μεταφοράς στην πόλη είναι τα ποδήλατα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store