Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
predisposed
01
προδιατεθειμένος, επιρρεπής
having a higher chance of suffering from a specific illness or medical condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most predisposed
συγκριτικός βαθμός
more predisposed
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
predisposed
disposed
dispose



























