Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Preeminence
01
προτεραιότητα, ανωτερότητα
the distinctive quality of being superior and more significant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
preeminence
eminence
emin



























