Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preemptive
01
προληπτικός, προκαταρκτικός
done before something else happens to prevent a problem or danger
Παραδείγματα
The city issued a preemptive evacuation order before the hurricane arrived.
Η πόλη εξέδωσε προληπτική εντολή εκκένωσης πριν φτάσει ο τυφώνας.
Λεξικό Δέντρο
preemptively
preemptive
preempt



























