preemptive
preemp
ˈpriɛmp
priemp
tive
tɪv
tiv
presumptive

Ορισμός και σημασία του "preemptive"στα αγγλικά

preemptive
01

προληπτικός, προκαταρκτικός

done before something else happens to prevent a problem or danger 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
strategy, action, prevention
Παραδείγματα
The army took a preemptive action to stop the enemy before they attacked. 

Ο στρατός έλαβε μια προληπτική δράση για να σταματήσει τον εχθρό πριν επιτεθεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

preemptively
preemptive
preempt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store