controlling
Pronunciation
/kənˈtɹoʊɫɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "controlling"στα αγγλικά

controlling
01

ελεγχόμενος, αυταρχικός

having the tendency or desire to influence or direct the behavior of people or situations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most controlling
συγκριτικός βαθμός
more controlling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her controlling nature led her to micromanage every project.
Η ελεγχόμενη φύση της την οδήγησε να μικροδιαχειρίζεται κάθε έργο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store