Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
controlling
01
ελεγχόμενος, αυταρχικός
having the tendency or desire to influence or direct the behavior of people or situations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most controlling
συγκριτικός βαθμός
more controlling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her controlling nature led her to micromanage every project.
Η ελεγχόμενη φύση της την οδήγησε να μικροδιαχειρίζεται κάθε έργο.
Λεξικό Δέντρο
controlling
control



























