Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
controllable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most controllable
συγκριτικός βαθμός
more controllable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
By implementing safety measures, the controllable risks in the workplace were minimized to ensure employee well-being.
Με την εφαρμογή μέτρων ασφαλείας, οι ελεγχόμενοι κίνδυνοι στον χώρο εργασίας ελαχιστοποιήθηκαν για να διασφαλιστεί η ευημερία των εργαζομένων.
Λεξικό Δέντρο
uncontrollable
controllable
control



























