Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
manageable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most manageable
συγκριτικός βαθμός
more manageable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
control, difficulty, tasks
Παραδείγματα
With a clear plan in place, the project became much more manageable.
Με ένα σαφές σχέδιο, το έργο έγινε πολύ πιο διαχειρίσιμο.
02
διαχειρίσιμος, εφικτός
capable of being done or achieved with reasonable effort
Παραδείγματα
The task was difficult, but manageable with enough determination.
Η εργασία ήταν δύσκολη, αλλά διαχειρίσιμη με αρκετή αποφασιστικότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
manageability
manageableness
manageably
manageable
manage



























