Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
controlling
01
ελεγχόμενος, αυταρχικός
having the tendency or desire to influence or direct the behavior of people or situations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most controlling
συγκριτικός βαθμός
more controlling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, personality, leadership
Παραδείγματα
The controlling manager made all the decisions without consulting anyone.
Ο ελεγχόμενος διευθυντής πήρε όλες τις αποφάσεις χωρίς να συμβουλευτεί κανέναν.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
controlling
control



























