Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preponderant
01
επικρατών, κυρίαρχος
greater in influence or importance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most preponderant
συγκριτικός βαθμός
more preponderant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His preponderant role in the project ensured its success.
Ο κυρίαρχος ρόλος του στο έργο εξασφάλισε την επιτυχία του.
Λεξικό Δέντρο
preponderantly
preponderant



























