Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preponderant
01
επικρατών, κυρίαρχος
greater in influence or importance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most preponderant
συγκριτικός βαθμός
more preponderant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The preponderant factor in the decision was the company's financial performance.
Ο κυρίαρχος παράγοντας στην απόφαση ήταν η οικονομική απόδοση της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
preponderantly
preponderant



























