Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Preponderance
01
υπεροχή, αριθμητική υπεροχή
the quality of being greater in number or quantity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The preponderance of complaints suggests that the service quality has declined.
Η υπεροχή των παραπόνων υποδηλώνει ότι η ποιότητα της υπηρεσίας έχει υποχωρήσει.
02
υπεροχή, πλεονέκτημα
superiority in power or influence



























