Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Preponderance
01
υπεροχή, αριθμητική υπεροχή
the quality of being greater in number or quantity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
A preponderance of support will determine whether the policy gets implemented.
Μια υπεροχή στήριξης θα καθορίσει αν η πολιτική θα εφαρμοστεί.
02
υπεροχή, πλεονέκτημα
superiority in power or influence



























