to brine
Pronunciation
/ˈbɹaɪn/

Ορισμός και σημασία του "brine"στα αγγλικά

to brine
01

μαρινάρω σε άλμη, αλατίζω

to soak food in a solution of water and salt, often to preserve or flavor it
Transitive: to brine food
to brine definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
brine
γ΄ ενικό πρόσωπο
brines
ενεστώτα μετοχή
brining
απλός αόριστος
brined
παθητική μετοχή
brined
Παραδείγματα
Brining the salmon fillets in a sweet and salty solution adds depth to their flavor before smoking.
Η αλατισμένη πέψη των φιλετών σολομού σε μια γλυκιά και αλμυρή λύση προσθέτει βάθος στη γεύση τους πριν από το καπνιστό.
01

άλμη, αλατόνερο

a strong solution of salt and water used for pickling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02

άλμη, αλατόνερο

water containing salts
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store