Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to brine
01
μαρινάρω σε άλμη, αλατίζω
to soak food in a solution of water and salt, often to preserve or flavor it
Transitive: to brine food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
brine
γ΄ ενικό πρόσωπο
brines
ενεστώτα μετοχή
brining
απλός αόριστος
brined
παθητική μετοχή
brined
Παραδείγματα
Brining the salmon fillets in a sweet and salty solution adds depth to their flavor before smoking.
Η αλατισμένη πέψη των φιλετών σολομού σε μια γλυκιά και αλμυρή λύση προσθέτει βάθος στη γεύση τους πριν από το καπνιστό.
Brine
01
άλμη, αλατόνερο
a strong solution of salt and water used for pickling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
άλμη, αλατόνερο
water containing salts



























