Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boldly
01
τολμηρά, θαρραλέα
in a courageous and fearless way, without hesitation even when facing danger or risk
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The firefighters boldly entered the burning building to save the trapped family.
Οι πυροσβέστες μπήκαν γενναία στο κτίριο που έκαιγε για να σώσουν την παγιδευμένη οικογένεια.
1.1
τολμηρά, με τόλμη
with confidence and disregard for others' opinions or judgments
Παραδείγματα
The artist boldly signed her controversial painting in front of the critics.
Η καλλιτέχνης τολμηρά υπέγραψε τον αμφιλεγόμενο πίνακα της μπροστά στους κριτικούς.
02
θρασέα, τολμηρά
in a brazen or shameless manner, ignoring social rules or moral limits
Παραδείγματα
He boldly lied to cover up his mistake, expecting no one to notice.
Έλεγε θρασέα ψέματα για να καλύψει το λάθος του, περιμένοντας ότι κανείς δεν θα το παρατηρήσει.
03
τολμηρά, επιδεικτικά
in a visually striking or showy manner
Παραδείγματα
The walls were boldly painted in bright yellow and blue.
Οι τοίχοι ήταν βαμμένοι τολμηρά σε φωτεινό κίτρινο και μπλε.
Λεξικό Δέντρο
boldly
bold



























