Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boldly
01
τολμηρά, θαρραλέα
in a courageous and fearless way, without hesitation even when facing danger or risk
Παραδείγματα
The explorer boldly ventured into the uncharted jungle alone.
Ο εξερευνητής τολμηρά εισήλθε μόνος στην αχαρτογράφητη ζούγκλα.
1.1
τολμηρά, με τόλμη
with confidence and disregard for others' opinions or judgments
Παραδείγματα
They boldly launched their startup in a crowded and competitive market.
Τολμηρά ξεκίνησαν την startup τους σε μια γεμάτη και ανταγωνιστική αγορά.
02
θρασέα, τολμηρά
in a brazen or shameless manner, ignoring social rules or moral limits
Παραδείγματα
The politician boldly broke promises without facing any consequences.
Ο πολιτικός προκλητικά έσπασε τις υποσχέσεις χωρίς να αντιμετωπίσει κανένα αποτέλεσμα.
03
τολμηρά, επιδεικτικά
in a visually striking or showy manner
Παραδείγματα
The artist boldly used contrasting colors to create a dramatic effect.
Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε τολμηρά αντίθετα χρώματα για να δημιουργήσει ένα δραματικό εφέ.
Λεξικό Δέντρο
boldly
bold



























