Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boldness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
His boldness in proposing the new initiative impressed the board of directors.
Η τολμηρότητά του στην πρόταση της νέας πρωτοβουλίας εντυπωσίασε το διοικητικό συμβούλιο.
02
ζωντάνια, ευδιάκριτο
the quality of having a vivid, noticeable appearance
Παραδείγματα
The boldness of the colors made the painting unforgettable.
Η τόλμη των χρωμάτων έκανε τον πίνακα αξέχαστο.
03
τολμηρότητα, θράσος
confidence or daring carried to a presumptuous, impudent, or audacious degree
Παραδείγματα
They had the boldness to interrupt the meeting without permission.
Είχαν το θράσος να διακόψουν τη συνάντηση χωρίς άδεια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
boldness
bold



























