boldness
bold
ˈbəʊld
bewld
ness
nəs
nēs
bonynessboniness

Ορισμός και σημασία του "boldness"στα αγγλικά

01

τολμηρότητα, θάρρος

the quality of willing to take risks and not being afraid 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His boldness in proposing the new initiative impressed the board of directors. 

Η τολμηρότητά του στην πρόταση της νέας πρωτοβουλίας εντυπωσίασε το διοικητικό συμβούλιο.

02

ζωντάνια, ευδιάκριτο

the quality of having a vivid, noticeable appearance 
Παραδείγματα
The boldness of the colors made the painting unforgettable. 

Η τόλμη των χρωμάτων έκανε τον πίνακα αξέχαστο.

03

τολμηρότητα, θράσος

confidence or daring carried to a presumptuous, impudent, or audacious degree 
Παραδείγματα
They had the boldness to interrupt the meeting without permission. 

Είχαν το θράσος να διακόψουν τη συνάντηση χωρίς άδεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store