boldness
Pronunciation
/ˈboʊɫdnəs/

Ορισμός και σημασία του "boldness"στα αγγλικά

01

τολμηρότητα, θάρρος

the quality of willing to take risks and not being afraid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The entrepreneur 's boldness in entering a saturated market with a unique product paid off significantly.
Η τολμηρότητα του επιχειρηματία να εισέλθει σε ένα κορεσμένο αγορά με ένα μοναδικό προϊόν απέδωσε σημαντικά.
02

ζωντάνια, ευδιάκριτο

the quality of having a vivid, noticeable appearance
Παραδείγματα
The text 's boldness emphasized the key points in the report.
Η έντονη γραφή του κειμένου τόνισε τα βασικά σημεία στην έκθεση.
03

τολμηρότητα, θράσος

confidence or daring carried to a presumptuous, impudent, or audacious degree
Παραδείγματα
She showed boldness by speaking her mind despite the audience.
Έδειξε τολμηρότητα εκφράζοντας τη γνώμη της παρά το κοινό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store