Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bravely
01
γενναία, θαρραλέα
in a courageous and determined way, especially in the face of danger, fear, or hardship
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
The child bravely held out her arm for the injection.
Το παιδί γενναία έτεινε το χέρι του για την ένεση.



























