Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to run away with
01
το σκάω με, κλέβω και το σκάω
to steal something and escape without being caught
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away with
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run away with
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs away with
ενεστώτα μετοχή
running away with
απλός αόριστος
ran away with
παθητική μετοχή
run away with
Παραδείγματα
The gang of robbers managed to run away with a large sum of cash from the bank heist.
Η συμμορία ληστών κατάφερε να φύγει με ένα μεγάλο ποσό χρημάτων από τη ληστεία της τράπεζας.
02
παρασύρομαι από, καταλαμβάνομαι από
to become controlled by something, making one act or think irrationally
Παραδείγματα
His anger ran away with him, and he said things he later regretted.
Ο θυμός του τον κυρίευσε, και είπε πράγματα που μετά μετάνιωσε.
03
το σκάω με, φεύγω κρυφά με
to depart in secret with a romantic partner, often to get married
Παραδείγματα
They decided to run away with each other and get married in a small chapel.
Αποφάσισαν να φύγουν μαζί και να παντρευτούν σε ένα μικρό παρεκκλήσι.
04
αποδέχομαι χωρίς σκέψη, υιοθετώ χωρίς να εξετάζω τις συνέπειες
to adopt an idea or concept without considering its potential consequences or implications
Παραδείγματα
She ran away with the notion that investing in the stock market was an easy path to wealth.
Αυτή υιοθέτησε απερίσκεπτα την ιδέα ότι η επένδυση στο χρηματιστήριο ήταν ένας εύκολος δρόμος προς τον πλούτο.
05
ξεχωρίζω κατά πολύ, κυριαρχώ
to greatly surpass others in a particular area or activity
Παραδείγματα
She ran away with the competition, earning the first-place trophy in the piano contest.
Ξεπέρασε κατά πολύ τον ανταγωνισμό, κερδίζοντας το τρόπαιο της πρώτης θέσης στο διαγωνισμό πιάνου.



























