Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blunder
01
κάνω γκάφα, κάνω σοβαρό λάθος
to commit an embarrassing and serious mistake out of carelessness or stupidity
Intransitive
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blunder
γ΄ ενικό πρόσωπο
blunders
ενεστώτα μετοχή
blundering
απλός αόριστος
blundered
παθητική μετοχή
blundered
Παραδείγματα
He blundered by sending the email to the wrong recipient.
Έκανε λάθος στέλνοντας το email στον λάθος παραλήπτη.
02
αστοχώ, τραυλίζω
to say something in a careless, foolish, or confused way
Transitive: to blunder a remark
Παραδείγματα
He blundered his apology and made it sound insincere.
Κατέστρεψε τη συγγνώμη του και την έκανε να ακούγεται ανειλικρινής.
03
προχωρώ τυφλά, κινώ αδέξια
to move awkwardly or without clear direction
Intransitive: to blunder somewhere
Παραδείγματα
Without a flashlight, they blundered along the unlit trail.
Χωρίς φακό, προχωρούσαν αδέξια κατά μήκος του αφώτιστου μονοπατιού.
Blunder
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blunders
Παραδείγματα
The manager's blunder in the financial report led to a significant loss for the company.
Το λάθος του διευθυντή στην οικονομική έκθεση οδήγησε σε σημαντική απώλεια για την εταιρεία.
02
λάθος, αστοχία
a serious tactical or positional mistake that results in a significant disadvantage or loss of material, often leading to a loss of the game



























