Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wink
01
κλείνω το μάτι, κάνω νόημα με το μάτι
to quickly open and close one eye as a sign of affection or to indicate something is a secret or a joke
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wink
γ΄ ενικό πρόσωπο
winks
ενεστώτα μετοχή
winking
απλός αόριστος
winked
παθητική μετοχή
winked
Παραδείγματα
During the meeting, the colleague across the room winked to share a confidential message.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο συνάδελφος απέναντι κλείδωσε το μάτι για να μοιραστεί ένα εμπιστευτικό μήνυμα.
02
κλείνω το μάτι, κλείνω τα βλέφαρα
to close and open both eyelids quickly
Intransitive
Παραδείγματα
She felt the dust in the air and had to wink to avoid irritation in her eyes.
Ένιωσε τη σκόνη στον αέρα και έπρεπε να κλείσει τα μάτια για να αποφύγει την ερεθισμό στα μάτια της.
03
αναβοσβήνω, λαμπυρίζω
to shine or flash on and off in a quick, intermittent manner
Intransitive
Παραδείγματα
The stars winked in the night sky, barely visible through the clouds.
Τα αστέρια κλείναν τα μάτια στον νυχτερινό ουρανό, μετά βίας ορατά μέσα από τα σύννεφα.
Wink
01
κλείσιμο ματιού, κλείσιμο του ματιού
the act of closing and opening one eye quickly, usually once
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
winks
Παραδείγματα
He gave her a playful wink.
Της έκανε ένα παιχνιδιάρικο κλείσιμο ματιού.
Παραδείγματα
The opportunity was gone in a wink, and he missed his chance.
Η ευκαιρία χάθηκε σε μια στιγμή, και έχασε την ευκαιρία του.
03
ανοιγοκλείσιμο ματιού, κλείσιμο ματιού
a reflexive movement of the eyes closing and opening rapidly
Παραδείγματα
The bright sunlight caused a rapid wink.
Το φωτεινό ηλιακό φως προκάλεσε ένα γρήγορο κλείσιμο ματιού.



























