winkle
win
ˈwɪn
ουιν
kle
kəl
καλ
/wˈɪŋkə‍l/

Ορισμός και σημασία του "winkle"στα αγγλικά

01

μικρό σαλιγκάρι, θαλάσσιο σαλιγκάρι

a small herbivorous mollusk that has a spiral shell and can be eaten as food
winkle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
winkles
02

μικρό βρώσιμο θαλάσσιο σαλιγκάρι, winkle

small edible marine snail; steamed in wine or baked
03

ένας μικρός, στρογγυλός δίσκος από πλαστικό ή άλλο υλικό

a small, round disc made of plastic or other material, which players attempt to flip into a cup using a squidger, a larger disk-like tool
to winkle
01

απομακρύνω, μετακινώ

remove or displace from a position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
winkle
γ΄ ενικό πρόσωπο
winkles
ενεστώτα μετοχή
winkling
απλός αόριστος
winkled
παθητική μετοχή
winkled
02

αστράφτω, λαμπυρίζω

gleam or glow intermittently
03

αστράφτω, λαμπυρίζω

emit or reflect light in a flickering manner
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store