Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Winkle
01
μικρό σαλιγκάρι, θαλάσσιο σαλιγκάρι
a small herbivorous mollusk that has a spiral shell and can be eaten as food
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
winkles
02
μικρό βρώσιμο θαλάσσιο σαλιγκάρι, winkle
small edible marine snail; steamed in wine or baked
03
ένας μικρός, στρογγυλός δίσκος από πλαστικό ή άλλο υλικό
a small, round disc made of plastic or other material, which players attempt to flip into a cup using a squidger, a larger disk-like tool
to winkle
01
απομακρύνω, μετακινώ
remove or displace from a position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
winkle
γ΄ ενικό πρόσωπο
winkles
ενεστώτα μετοχή
winkling
απλός αόριστος
winkled
παθητική μετοχή
winkled
02
αστράφτω, λαμπυρίζω
gleam or glow intermittently
03
αστράφτω, λαμπυρίζω
emit or reflect light in a flickering manner



























