to twinkle
twin
ˈtwɪn
tvin
kle
kəl
kēl
twinkietinkle

Ορισμός και σημασία του "twinkle"στα αγγλικά

to twinkle
01

λαμπυρίζω, αστράφτω

to emit a flickering or intermittent light, often creating a shimmering or sparkling effect 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
twinkle
γ΄ ενικό πρόσωπο
twinkles
ενεστώτα μετοχή
twinkling
απλός αόριστος
twinkled
παθητική μετοχή
twinkled
Παραδείγματα
The stars began to twinkle as the night sky darkened. 

Τα αστέρια άρχισαν να λαμπυρίζουν καθώς ο νυχτερινός ουρανός σκοτεινιάζει.

02

αστράφτω, λαμπυρίζω

to shine with a flickering or sparkling light 
Παραδείγματα
The stars twinkle brightly in the clear night sky. 

Τα αστέρια λαμπυρίζουν φωτεινά στον καθαρό νυχτερινό ουρανό.

01

αστραφτερό, λαμπύρισμα

a happy or playful sparkle in someone's eyes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
twinkles
Παραδείγματα
She gave him a twinkle in her eye. 

Του έδωσε μια λαμπρότητα στα μάτια της.

02

λαμπύρισμα, αστραπή

a rapid change in brightness; a brief spark or flash 
03

αστραπή, στιγμή

a moment so brief that it seems to pass almost instantly 
Παραδείγματα
The answer came to him in a twinkle, as if it had always been there. 

Η απάντηση του ήρθε σε μια στιγμή, σαν να ήταν πάντα εκεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

twinkler
twinkling
twinkling
twinkle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store