Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to twinkle
01
λαμπυρίζω, αστράφτω
to emit a flickering or intermittent light, often creating a shimmering or sparkling effect
Παραδείγματα
The distant city lights twinkle like tiny stars on the horizon.
Τα μακρινά φώτα της πόλης λαμπυρίζουν σαν μικρά αστέρια στον ορίζοντα.
02
αστράφτω, λαμπυρίζω
to shine with a flickering or sparkling light
Παραδείγματα
His eyes seemed to twinkle with excitement as he told the story.
Τα μάτια του φαινόταν να λαμπυρίζουν από τον ενθουσιασμό καθώς έλεγε την ιστορία.
Twinkle
01
αστραφτερό, λαμπύρισμα
a happy or playful sparkle in someone's eyes
Παραδείγματα
Her eyes had a mischievous twinkle.
Τα μάτια της είχαν ένα πονηρό λαμπυρίσμα.
02
λαμπύρισμα, αστραπή
a rapid change in brightness; a brief spark or flash



























