twinning
twi
ˈtwɪ
tvi
nning
nɪng
ning
twiningtwinkingtwinklingtinning

Ορισμός και σημασία του "twinning"στα αγγλικά

01

δίδυμος, διπλός

producing two offspring at a time 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most twinning
συγκριτικός βαθμός
more twinning
διαβαθμίσιμο
02

αδελφοποίηση

linking two towns, cities, or regions from different countries to promote friendship, cultural exchange, and shared projects 
Παραδείγματα
Our town's twinning agreement with a French commune has led to student exchange programs. 

Η συμφωνία αδελφοποίησης της πόλης μας με μια γαλλική κοινότητα οδήγησε σε προγράμματα ανταλλαγής φοιτητών.

Λεξικό Δέντρο

twinning
twin
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store