twinning
twi
ˈtwɪ
τουι
nning
nɪng
νινγκ
/twˈɪnɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "twinning"στα αγγλικά

01

δίδυμος, διπλός

producing two offspring at a time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most twinning
συγκριτικός βαθμός
more twinning
διαβαθμίσιμο
02

αδελφοποίηση

linking two towns, cities, or regions from different countries to promote friendship, cultural exchange, and shared projects
Παραδείγματα
Twinning relationships often lead to economic collaborations between businesses.
Οι σχέσεις αδελφοποίησης συχνά οδηγούν σε οικονομικές συνεργασίες μεταξύ επιχειρήσεων.

Λεξικό Δέντρο

twinning
twin
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store