Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
twinning
01
δίδυμος, διπλός
producing two offspring at a time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most twinning
συγκριτικός βαθμός
more twinning
διαβαθμίσιμο
02
αδελφοποίηση
linking two towns, cities, or regions from different countries to promote friendship, cultural exchange, and shared projects
Παραδείγματα
Twinning relationships often lead to economic collaborations between businesses.
Οι σχέσεις αδελφοποίησης συχνά οδηγούν σε οικονομικές συνεργασίες μεταξύ επιχειρήσεων.



























