Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to twirl
01
περιστρέφομαι, στριφογυρίζω
to spin or rotate quickly with a graceful motion
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
twirl
γ΄ ενικό πρόσωπο
twirls
ενεστώτα μετοχή
twirling
απλός αόριστος
twirled
παθητική μετοχή
twirled
Παραδείγματα
In the meadow, the flower petals caught the breeze and began to twirl in the air.
Στο λιβάδι, τα πέταλα των λουλουδιών πιάσανε το αεράκι και άρχισαν να στριφογυρίζουν στον αέρα.
02
περιστρέφω, στριφογυρίζω
to cause an object to spin rapidly around its axis
Transitive: to twirl sb/sth
Παραδείγματα
With a quick spin, the gymnastics coach twirled the hula hoop around her waist.
Με μια γρήγορη περιστροφή, η προπονήτρια γυμναστικής περιστρέφει το χούλα χουπ γύρω από τη μέση της.
Twirl
01
περιστροφή, στροβιλισμός
the act of rotating rapidly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
twirls
02
δίνη, στροβιλισμός
with full force
03
μια απότομη στροφή, ένας σφιχτός βρόχος
a sharp bend in a line produced when a line having a loop is pulled tight



























