to twirl
twirl
twɜ:l
tvēl
twill

Ορισμός και σημασία του "twirl"στα αγγλικά

to twirl
01

περιστρέφομαι, στριφογυρίζω

to spin or rotate quickly with a graceful motion 
Intransitive
to twirl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
twirl
γ΄ ενικό πρόσωπο
twirls
ενεστώτα μετοχή
twirling
απλός αόριστος
twirled
παθητική μετοχή
twirled
Παραδείγματα
The dancer skillfully twirled across the stage, captivating the audience with her graceful movements. 

Η χορεύτρια περιστράφηκε επιδέξια στη σκηνή, μαγεύοντας το κοινό με τις χαριτωμένες της κινήσεις.

02

περιστρέφω, στριφογυρίζω

to cause an object to spin rapidly around its axis 
Transitive: to twirl sb/sth
Παραδείγματα
With a flick of her wrist, she twirled the keychain around her finger. 

Με μια κίνηση του καρπού της, περιστρέφει το μπρελόκ γύρω από το δάχτυλό της.

01

περιστροφή, στροβιλισμός

the act of rotating rapidly 
twirl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
twirls
02

δίνη, στροβιλισμός

with full force 
03

μια απότομη στροφή, ένας σφιχτός βρόχος

a sharp bend in a line produced when a line having a loop is pulled tight 

Λεξικό Δέντρο

twirler
twirling
twirl
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store