Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to thaw
01
λιώνω, αποψύχω
to become softer or liquid
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
thaw
γ΄ ενικό πρόσωπο
thaws
ενεστώτα μετοχή
thawing
απλός αόριστος
thawed
παθητική μετοχή
thawed
Παραδείγματα
After weeks of cold weather, the ground began to thaw, revealing patches of green grass beneath the snow.
Μετά από εβδομάδες κρύου καιρού, το έδαφος άρχισε να λιώνει, αποκαλύπτοντας κηπίδες πράσινου γρασιδιού κάτω από το χιόνι.
1.1
ξεπαγώνω, λιώνω
to make something melt or soften
Transitive: to thaw something frozen
Παραδείγματα
She uses a hairdryer to thaw the frozen pipes during winter.
Χρησιμοποιεί ένα πιστολάκι για να αποψύξει τους παγωμένους σωλήνες το χειμώνα.
Thaw
01
απόψυξη, τήξη
a period during which the weather becomes warmer causing snow and ice to melt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thaws
Παραδείγματα
The thaw came early this year, melting the snow quickly.
Η απόψυξη ήρθε νωρίς φέτος, λιώνοντας γρήγορα το χιόνι.
02
απόψυξη, λιώσιμο
the process of a substance changing from solid to liquid due to heat
Παραδείγματα
Allow the meat to undergo a complete thaw before cooking.
Επιτρέψτε στο κρέας να υποβληθεί σε πλήρη απόψυξη πριν από το μαγείρεμα.
03
απόψυξη, χαλάρωση
a lessening or relaxation of tensions, hostility, or emotional reserve
Παραδείγματα
The meeting marked a thaw in diplomatic relations.
Η συνάντηση σήμανε απόψυξη στις διπλωματικές σχέσεις.
Λεξικό Δέντρο
dethaw
thawed
thawing
thaw



























