Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to talk down
01
μιλώ με υπεροψία, υποτιμώ
to speak to someone in a way that suggests they are inferior or less intelligent than the speaker
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
talk
ενεστώτας
talk down
γ΄ ενικό πρόσωπο
talks down
ενεστώτα μετοχή
talking down
απλός αόριστος
talked down
παθητική μετοχή
talked down
Παραδείγματα
Instead of talking down, offer constructive feedback for improvement.
Αντί να μιλάτε με υπεροψία, προσφέρετε εποικοδομητική ανατροφοδότηση για βελτίωση.
02
υποβαθμίζω, απαξιώνω
to describe someone or something in a way that makes them seem less good or important
Παραδείγματα
They often talk down the beauty of the countryside compared to city life.
Συχνά υποτιμούν την ομορφιά της ύπαιθρου σε σύγκριση με την αστική ζωή.
03
καθοδηγώ την προσγείωση, βοηθώ στην προσγείωση μέσω ραδιοφώνου
to control an airplane's landing, using radio communication
Παραδείγματα
The skilled controller can talk down any plane with precision.
Ο έμπειρος ελεγκτής μπορεί να κατευθύνει οποιοδήποτε αεροπλάνο με ακρίβεια.
04
παζαρεύω, συμφωνώ σε μείωση τιμής
to convince someone to reduce the cost of something
Παραδείγματα
The customer skillfully talked the car salesman down during the negotiation.
Ο πελάτης έκανε επιδέξια τον πωλητή αυτοκινήτων να ρίξει την τιμή κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης.



























