talisman
ta
ˈtæ
lis
lɪz
liz
man
mən
mēn
tallyman

Ορισμός και σημασία του "talisman"στα αγγλικά

01

φυλαχτό, μαγικό αντικείμενο

an object believed to possess magical powers or bring good luck and protect its wearer from harm 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
talismans
Παραδείγματα
The ancient amulet served as a talisman, believed to ward off evil spirits and bring fortune to its owner. 

Το αρχαίο φυλαχτό λειτουργούσε ως φυλαχτό, πιστευόταν ότι απωθούσε τα κακά πνεύματα και έφερνε καλή τύχη στον κάτοχό του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store