Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slip away
01
ξεγλιστρώ, φεύγω σιωπηλά
to depart quietly and without being noticed
Intransitive: to slip away | to slip away from a situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
slip
ενεστώτας
slip away
γ΄ ενικό πρόσωπο
slips away
ενεστώτα μετοχή
slipping away
απλός αόριστος
slipped away
παθητική μετοχή
slipped away
Παραδείγματα
They managed to slip away from the crowded event without saying their goodbyes.
Κατάφεραν να ξεγλιστρήσουν από το γεμάτο γεγονός χωρίς να πουν αντίο.
02
ξεγλιστράω, περνώ απαρατήρητος
(of time) to go by without much conscious awareness
Intransitive
Παραδείγματα
While engrossed in the movie, she let the evening slip away without realizing it.
Ενώ ήταν απορροφημένη στην ταινία, άφησε το βράδυ να ξεφύγει χωρίς να το συνειδητοποιήσει.



























