Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to resurface
01
ανακατασκευάζω, ξανακάνω
to apply a new coating or material to reconstruct the surface of something, especially a road or pavement
Transitive: to resurface a surface
Παραδείγματα
The city decided to resurface the main roads to improve the overall driving experience.
Η πόλη αποφάσισε να επανεπιφάνεια τους κύριους δρόμους για να βελτιώσει τη συνολική εμπειρία οδήγησης.
02
επαναεμφανίζομαι, ξαναβγαίνω στην επιφάνεια
to reappear after being absent or lost for a period of time
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
resurface
γ΄ ενικό πρόσωπο
resurfaces
ενεστώτα μετοχή
resurfacing
απλός αόριστος
resurfaced
παθητική μετοχή
resurfaced
Παραδείγματα
The long-lost painting suddenly resurfaced in a private collection after being missing for decades.
Ο μακρόχρονος χαμένος πίνακας ξαφνικά επανεμφανίστηκε σε μια ιδιωτική συλλογή μετά από δεκαετίες απουσίας.
03
επαναεμφανίζομαι, ξαναβγαίνω στην επιφάνεια
to once again become noticeable, significant, or problematic
Intransitive
Παραδείγματα
The tension between the two coworkers resurfaced during the team meeting, making it difficult to ignore.
Η ένταση μεταξύ των δύο συναδέλφων επανεμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της ομαδικής συνάντησης, κάνοντας δύσκολη την αγνόησή της.
Λεξικό Δέντρο
resurface
surface



























