Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
resurgent
01
αναγεννημένος, αναβιώνοντας
bouncing back with newfound strength
Παραδείγματα
The once-silent music scene experienced a resurgent beat, echoing through the city's streets with newfound rhythm.
Η κάποτε σιωπηλή μουσική σκηνή γνώρισε έναν αναβιώνοντα ρυθμό, που αντιλαλούσε στους δρόμους της πόλης με έναν νέο ρυθμό.
Λεξικό Δέντρο
resurgent
resurge
surge



























