resurgence
re
ρι
sur
ˈsɜ:
σερ
gence
ʤəns
τζανσ
divergenceinsurgencedetergenceconvergence

Ορισμός και σημασία του "resurgence"στα αγγλικά

01

αναβίωση, ανάκαμψη

the act of bringing something back into active and noticeable existence or prominence 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
resurgences
Παραδείγματα
The city's investment in its historical district sparked a resurgence of tourism. 

Η επένδυση της πόλης στην ιστορική της περιοχή προκάλεσε μια ανάκαμψη του τουρισμού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

resurgence
resurge
surge
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store