Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Resurgence
01
αναβίωση, ανάκαμψη
the act of bringing something back into active and noticeable existence or prominence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The community 's efforts resulted in a resurgence of environmental awareness.
Οι προσπάθειες της κοινότητας οδήγησαν σε μια αναβίωση της περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης.
Λεξικό Δέντρο
resurgence
resurge
surge



























