Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to resuscitate
01
αναζωογονώ, επανέφερε στη ζωή
to bring someone to a state of consciousness, typically by administering medical aid or CPR
Transitive: to resuscitate sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
resuscitate
γ΄ ενικό πρόσωπο
resuscitates
ενεστώτα μετοχή
resuscitating
απλός αόριστος
resuscitated
παθητική μετοχή
resuscitated
Παραδείγματα
The paramedics worked quickly to resuscitate the unconscious hiker on the trail.
Οι παράμετροι εργάστηκαν γρήγορα για να αναζωογονήσουν τον αναίσθητο πεζοπόρο στο μονοπάτι.
02
αναζωογονώ, επιστρέφω στη συνείδηση
to regain consciousness
Intransitive
Παραδείγματα
After the accident, the patient slowly resuscitated in the hospital bed, blinking back into awareness.
Μετά το ατύχημα, ο ασθενής ανέκτησε αργά τις αισθήσεις του στο νοσοκομειακό κρεβάτι, αναβοσβήνοντας πίσω στη συνείδηση.
Λεξικό Δέντρο
resuscitated
resuscitation
resuscitator
resuscitate
resuscit



























