resurgent
Pronunciation
/ɹiˈsɝdʒənt/, /ɹɪˈsɝdʒənt/

Ορισμός και σημασία του "resurgent"στα αγγλικά

01

αναγεννημένος, αναβιώνοντας

bouncing back with newfound strength
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most resurgent
συγκριτικός βαθμός
more resurgent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The once-silent music scene experienced a resurgent beat, echoing through the city's streets with newfound rhythm.
Η κάποτε σιωπηλή μουσική σκηνή γνώρισε έναν αναβιώνοντα ρυθμό, που αντιλαλούσε στους δρόμους της πόλης με έναν νέο ρυθμό.

Λεξικό Δέντρο

resurgent
resurge
surge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store