resurgent
re
ri
sur
ˈsɜ:
gent
ʤənt
jēnt
divergentinsurgentdetergentconvergent

Ορισμός και σημασία του "resurgent"στα αγγλικά

01

αναγεννημένος, αναβιώνοντας

bouncing back with newfound strength 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most resurgent
συγκριτικός βαθμός
more resurgent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team's resurgent performance secured a decisive victory in the second half. 

Η αναγεννημένη απόδοση της ομάδας εξασφάλισε μια αποφασιστική νίκη στο δεύτερο ημίχρονο.

Λεξικό Δέντρο

resurgent
resurge
surge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store