to reach out
reach
ri:ʧ
rich
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "reach out"στα αγγλικά

to reach out
01

επικοινωνώ, ζητώ βοήθεια

to contact someone to get assistance or help 
Transitive: to reach out to sb
to reach out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
reach
ενεστώτας
reach out
γ΄ ενικό πρόσωπο
reaches out
ενεστώτα μετοχή
reaching out
απλός αόριστος
reached out
παθητική μετοχή
reached out
Παραδείγματα
She urged him to reach out to his family. 

Τον παρότρυνε να επικοινωνήσει με την οικογένειά του.

02

τείνω το χέρι, τείνω το μπράτσο

to stretch one's hand or arm to touch, take, or connect with something or someone 
Intransitive
to reach out definition and meaning
Παραδείγματα
The child reached out to pet the friendly dog. 

Το παιδί έτεινε το χέρι του για να χαϊδέψει το φιλικό σκυλί.

03

προσφέρω βοήθεια, επικοινωνώ

to make an effort to communicate or connect with someone in a positive and supportive way 
Transitive: to reach out to sb
Παραδείγματα
She decided to reach out to an old friend she hadn't spoken to in years. 

Αποφάσισε να προσφύγει σε έναν παλιό φίλο που δεν είχε μιλήσει εδώ και χρόνια.

04

προσφέρω βοήθεια, προτείνω βοήθεια

to try to help or support other people in some way 
Transitive: to reach out to sb
Παραδείγματα
We are reaching out to the most vulnerable members of the community. 

Προσφεύγουμε στα πιο ευάλωτα μέλη της κοινότητας.

05

προσφέρω βοήθεια, πλησιάζω

to make an effort to attract the attention and interest of someone 
Transitive: to reach out to sb
Παραδείγματα
He's reaching out to young voters. 

Προσπαθεί να προσεγγίσει νέους ψηφοφόρους.

06

εκτείνομαι προς, τείνω προς

to extend toward something 
Παραδείγματα
The tree's branches reach out over the river, creating a beautiful canopy. 

Τα κλαδιά του δέντρου εκτείνονται πάνω από το ποτάμι, δημιουργώντας μια όμορφη κορυφή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store