Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Award
01
αποζημίωση, αποζημίωση ζημίας
a sum of money or other compensation granted by a court as the result of a legal judgment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
awards
Παραδείγματα
The court made an award of damages to the injured worker.
Το δικαστήριο απένειμε αποζημίωση στον τραυματισμένο εργαζόμενο.
Παραδείγματα
She received a lifetime achievement award for her work in cinema.
Λάμβανε ένα βραβείο για το σύνολο της προσφοράς της στον κινηματογράφο.
03
απονομή, χορήγηση
the act of granting or giving a payment, compensation, prize, or honor
Παραδείγματα
The award of scholarships took place at the annual ceremony.
Η απονομή των υποτροφιών πραγματοποιήθηκε στην ετήσια τελετή.
to award
01
απονέμω, βραβεύω
to recognize someone's achievements by giving them something such as an official prize, payment, etc.
Ditransitive: to award a prize to sb | to award sb with a prize
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
award
γ΄ ενικό πρόσωπο
awards
ενεστώτα μετοχή
awarding
απλός αόριστος
awarded
παθητική μετοχή
awarded
Παραδείγματα
The committee decided to award the scholarship to the student with the highest academic achievements.
Η επιτροπή αποφάσισε να απονείμει τη υποτροφία στον φοιτητή με τις υψηλότερες ακαδημαϊκές επιδόσεις.
02
απονέμω, αποφασίζω
to give or order the giving of something, such as payment, compensation, or a contract, based on judgment, merit, or entitlement
Ditransitive: to award sb a prize
Παραδείγματα
The court awarded damages to the injured worker.
Το δικαστήριο απένειμε αποζημίωση στον τραυματισμένο εργαζόμενο.



























