await
a
ə
α
wait
ˈweɪt
ουειτ
/əˈweɪt/

Ορισμός και σημασία του "await"στα αγγλικά

to await
01

περιμένω, αναμένω

to wait for something or someone
Transitive: to await an event
to await definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
await
γ΄ ενικό πρόσωπο
awaits
ενεστώτα μετοχή
awaiting
απλός αόριστος
awaited
παθητική μετοχή
awaited
Παραδείγματα
We await your response to proceed with the project.
Περιμένουμε την απάντησή σας για να προχωρήσουμε με το έργο.

Λεξικό Δέντρο

awaited
await
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store