Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to await
01
περιμένω, αναμένω
to wait for something or someone
Transitive: to await an event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
await
γ΄ ενικό πρόσωπο
awaits
ενεστώτα μετοχή
awaiting
απλός αόριστος
awaited
παθητική μετοχή
awaited
Παραδείγματα
We await your response to proceed with the project.
Περιμένουμε την απάντησή σας για να προχωρήσουμε με το έργο.



























