avuncular
a
ə
ē
vun
ˈvʌn
van
cu
kjʊ
kyoo
lar
avascular

Ορισμός και σημασία του "avuncular"στα αγγλικά

01

θείος, σαν θείος

uncle-like in character 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most avuncular
συγκριτικός βαθμός
more avuncular
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
At every family reunion, his avuncular presence brought laughter to the kids. 

Σε κάθε οικογενειακή συνάντηση, η θείικη του παρουσία έφερνε γέλια στα παιδιά.

02

προστατευτικός, υποστηρικτικός

warmly supportive or protective toward someone younger or less experienced 
Παραδείγματα
The professor's avuncular guidance helped me navigate my first research project. 

Η θείικη καθοδήγηση του καθηγητή με βοήθησε να πλοηγηθώ στο πρώτο μου ερευνητικό έργο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store