Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Award
01
αποζημίωση, αποζημίωση ζημίας
a sum of money or other compensation granted by a court as the result of a legal judgment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
awards
Παραδείγματα
The jury decided on an award of $50,000 for emotional distress.
Η κριτική επιτροπή αποφάσισε για αποζημίωση 50.000 δολαρίων για συναισθητική δυσφορία.
Παραδείγματα
The student received an award for his outstanding academic achievements.
Ο μαθητής έλαβε ένα βραβείο για τα εξαιρετικά ακαδημαϊκά του επιτεύγματα.
03
απονομή, χορήγηση
the act of granting or giving a payment, compensation, prize, or honor
Παραδείγματα
The committee discussed the criteria for the award of grants.
Η επιτροπή συζήτησε τα κριτήρια για την απονομή των επιχορηγήσεων.
to award
01
απονέμω, βραβεύω
to recognize someone's achievements by giving them something such as an official prize, payment, etc.
Ditransitive: to award a prize to sb | to award sb with a prize
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
award
γ΄ ενικό πρόσωπο
awards
ενεστώτα μετοχή
awarding
απλός αόριστος
awarded
παθητική μετοχή
awarded
Παραδείγματα
The jury will award the winning design with a cash prize and the opportunity for implementation.
Η κριτική επιτροπή θα απονείμει στο νικητήριο σχέδιο ένα χρηματικό βραβείο και την ευκαιρία για υλοποίηση.
02
απονέμω, αποφασίζω
to give or order the giving of something, such as payment, compensation, or a contract, based on judgment, merit, or entitlement
Ditransitive: to award sb a prize
Παραδείγματα
The judge awarded custody to the mother.
Ο δικαστής απένειμε την επιμέλεια στη μητέρα.



























