Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Palaver
01
φλυαρία, κενές λέξεις
trivial or meaningless talk
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The council 's discussion was little more than palaver.
Η συζήτηση του συμβουλίου δεν ήταν τίποτα περισσότερο από palaver.
02
γλυκομίλημα, πειθώ
smooth talk intended to persuade or influence someone
Παραδείγματα
They employed palaver to gain favor with the officials.
Χρησιμοποίησαν palaver για να κερδίσουν την εύνοια των αξιωματούχων.
03
φασαρία, θόρυβος
a lot of unnecessary effort, trouble, or fuss over something trivial
Dialect
British
informal
Παραδείγματα
Applying for a refund turned out to be an unexpected palaver.
Η αίτηση για επιστροφή χρημάτων αποδείχθηκε ένα απροσδόκητο palaver.
to palaver
01
διαπραγματεύομαι εκτενώς, συζητώ εκτενώς
to hold a prolonged discussion, often between people of different backgrounds or parties, usually to resolve a matter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
palaver
γ΄ ενικό πρόσωπο
palavers
ενεστώτα μετοχή
palavering
απλός αόριστος
palavered
παθητική μετοχή
palavered
Παραδείγματα
The committee palavered late into the night to finalize the terms.
Η επιτροπή παλαβέρεισε μέχρι αργά τη νύχτα για να οριστικοποιήσει τους όρους.
02
κολακεύω, πείθω με κολακεία
to influence or persuade someone gently, often using flattery or coaxing
Παραδείγματα
She palavered her way past the skeptical official.
Αυτή παλαβέρισε το δρόμο της μπροστά από τον σκεπτικιστικό αξιωματούχο.
03
φλυαρώ, κουβεντιάζω
to aimlessly talk a lot
Παραδείγματα
Despite my attempts to steer the conversation toward a resolution, he continued to palaver about irrelevant details.
Παρά τις προσπάθειές μου να κατευθύνω τη συζήτηση προς μια λύση, συνέχισε να φλυαρεί για άσχετες λεπτομέρειες.



























