Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Palate
01
ουρανίσκος, οροφή του στόματος
(anatomy) the inside upper side of the mouth that separates it from the nasal cavity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
palates
Λεξικό Δέντρο
palatable
palatal
palatial
palate



























