Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
palatial
01
παρόμοιο με παλάτι, τύπου παλατιού
resembling or associated with a palace in structure or function
Παραδείγματα
The palace 's palatial grounds stretched for miles.
Τα παλάτια κτήματα του παλατιού εκτείνονταν για μίλια.
02
πολυτελής, μεγαλοπρεπής
grand, luxurious, or spacious enough to evoke the style of a palace
Παραδείγματα
His office was palatial compared to the cramped cubicles nearby.
Το γραφείο του ήταν παλάτι σε σύγκριση με τους στενούς θάλαμους κοντά.
Λεξικό Δέντρο
palatial
palate



























